Διαζύγιο των γονιών στην παιδική ηλικία ίσον εγκεφαλικό στην τρίτη ηλικία
Η διάλυση της οικογένειας στην παιδική ηλικία φαίνεται να «χαράσσει» τον οργανισμό και να αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού δεκαετίες μετά.
Νέα έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά που βιώνουν το διαζύγιο των γονιών τους έχουν σημαντικά αυξημένη πιθανότητα να υποστούν εγκεφαλικό επεισόδιο στην τρίτη ηλικία. Σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύεται στο περιοδικό PLOS One, ο συσχετισμός αυτός παρατηρείται ακόμα και σε άτομα που δεν υπέστησαν σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, υποδεικνύοντας ότι το ίδιο το διαζύγιο αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, oι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από το 2022 Behavioral Risk Factor Surveillance System των ΗΠΑ, εστιάζοντας σε ενήλικες ηλικίας 65 ετών και άνω σε οκτώ πολιτείες. Από τους 13.205 συμμετέχοντες, αποκλείστηκαν όσοι ανέφεραν παιδική σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, ώστε να απομονωθεί η επίδραση του διαζυγίου. Περίπου το 13,9% των ερωτηθέντων είχαν γονείς που χώρισαν πριν τα 18 τους, ενώ το 7,3% είχε υποστεί εγκεφαλικό. Η ανάλυση υποδεικνύει σημαντική συσχέτιση ανάμεσα στο διαζύγιο και τον κίνδυνο εγκεφαλικού.
Ένα παιδικό γεγονός που «ακολουθεί» το σώμα για δεκαετίες
Η στατιστική ανάλυση έδειξε ότι όσοι είχαν βιώσει διαζύγιο γονέων είχαν 1,73 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα εγκεφαλικού. Μετά τη στάθμιση κοινωνικοοικονομικών παραγόντων και συνηθειών (π.χ. του καπνίσματος και της άσκησης), η αύξηση κινδύνου παρέμεινε ισχυρή, δηλαδή 61% υψηλότερος κίνδυνος. Το μέγεθος αυτό είναι συγκρίσιμο με γνωστούς ιατρικούς παράγοντες, όπως ο διαβήτης ή η κατάθλιψη, καταδεικνύοντας ότι η παιδική εμπειρία του διαζυγίου μπορεί να έχει ισχυρή επίδραση στην υγεία της καρδιάς και των αγγείων.
Η σύνδεση μεταξύ διαζυγίου γονέων και εγκεφαλικού παρατηρήθηκε τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Παρά το γεγονός ότι οι άνδρες είχαν υψηλότερο κίνδυνο, το διαζύγιο αύξησε την πιθανότητα και για τις γυναίκες. Η έρευνα δεν βρήκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα, υποδηλώνοντας ότι ο μηχανισμός που συνδέει τη διάλυση της οικογένειας με μελλοντικά εγκεφαλικά επεισόδια λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο και για τα δύο φύλα στην τρίτη ηλικία.
Ο ρόλος του χρόνιου άγχους και της οικονομικής ανασφάλειας
Οι ερευνητές προτείνουν ότι η σχέση μπορεί να εξηγηθεί μέσω της «βιολογικής ενσωμάτωσης» του άγχους. Καθώς ο χωρισμός συχνά συνοδεύεται από διαμάχες, ένταση στο σπίτι και οικονομική αβεβαιότητα, δημιουργεί και χρόνιο στρες. Ως αποτέλεσμα, η παρατεταμένη ενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων, που ρυθμίζει την έκκριση κορτιζόλης, μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνια δυσλειτουργία του οργανισμού και να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφαλικού, δεκαετίες αργότερα.
Το οικονομικό στρες μετά από διαζύγιο αποτελεί επίσης πιθανό παράγοντα κινδύνου. Παρόλο που η μελέτη προσαρμόστηκε για το εισόδημα των ενηλίκων, δεν υπήρχαν δεδομένα για την οικονομική κατάσταση κατά την παιδική ηλικία. Η έλλειψη οικονομικών πόρων στο σπίτι και η φτώχεια συνδέονται με αυξημένο στρες και επιβλαβείς συνήθειες υγείας, γεγονός που μπορεί να συμβάλει στη μεγαλύτερη συχνότητα εγκεφαλικών σε άτομα που μεγάλωσαν σε οικογένειες διαζευγμένων.
Παρά τους περιορισμούς, οι αναφορές για εγκεφαλικά γενικά ευθυγραμμίζονται με ιατρικά αρχεία, ενισχύοντας την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Επίσης, η κοινωνική συγκυρία της εποχής των συμμετεχόντων (που ήταν γεννημένοι πριν το 1957) ενίσχυσε πιθανώς τον αντίκτυπο του διαζυγίου. Στην εποχή τους τα διαζύγια ήταν πιο σπάνια και επίσης κοινωνικά στιγματισμένα, προκαλώντας μεγαλύτερη απομόνωση και ντροπή. Οι ερευνητές προτείνουν μελλοντικές μελέτες με μακροχρόνια παρακολούθηση, εξετάζοντας ηλικία, διάρκεια και επίπεδο συγκρούσεων στο διαζύγιο, για να κατανοηθεί καλύτερα η επίδραση στην υγεία και σε νεότερες γενιές όπου ο χωρισμός των γονιών στις πιο σύγχρονες οικογένειες είναι πιο συχνός αλλά και πιο κοινωνικά αποδεκτός.